…Το οικοδόμημα λοιπόν θα δύναται να αποτελεί ολόκληρο μία διαδρομή, έναν τόπο μετάβασης από μία κατάσταση σε μία άλλη, έναν χώρο - φορέα του παράδοξου και του απρόβλεπτου που θα εξωθεί στον αυτοσχεδιασμό, όπως παράδοξη και απρόβλεπτη είναι η πορεία του ανθρώπου από την αρχή ως το τέλος. Η διαδρομή αυτή θα αντικαθιστά τόσο την σκηνή όσο και τις θέσεις των θεατών και θα καθιστά την κίνηση του οποιοδήποτε παρευρισκομένου στον χώρο ως απαραίτητη προϋπόθεση για την συμμετοχή του, ακόμη και με την ιδιότητα του απλού παρατηρητή, την οποία πιθανόν να μην ενδιαφερθεί να εγκαταλείψει. Παράλληλα θα καθιστά αναπόφευκτη την διάσπαση των ορίων που συντηρούν παγιωμένες τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δρουν απερίσπαστοι οι ηθοποιοί και δεν δρουν οι θεατές στο συμβατικό θέατρο…Περίμενε εδώ και ημέρες την σύλληψη μιας μεγαλοφυούς ιδέας. Επιτέλους μπορούσε και πάλι να νιώθει δικαίως υπεροχή και κατά συνέπεια ευσπλαχνία.
…Με άλλα λόγια, σκοπεύουμε να συλλάβουμε την ποιότητα του συναισθήματος που κατακλύζει αυτόν που ενσυνείδητα εκστομίζει την «δυσοίωνη» φράση «εκτός απρόοπτου» και να την αναπαραγάγουμε στο χώρο με την μορφή αίσθησης. Έτσι, καθώς και με την πρόκληση τελικά του «ανεπιθύμητου» απρόοπτου, ελπίζουμε να δημιουργήσουμε συνθήκες παρόμοιες με εκείνες κάτω από τις οποίες είτε στη ζωή είτε στην τέχνη ο άνθρωπος καλείται να αυτοσχεδιάσει και κατά συνέπεια να δημιουργήσει.
Αν δεν αναχωρούσε μέσα στα επόμενα δέκα λεπτά για την συνάντηση με τους επιβλέποντες θα φαινόταν ασυνεπής. Έδωσε εντολή για την εκτύπωση του κειμένου και πετάχτηκε να ελέγξει την κατάσταση των σπόρων φακής που είχε φυτέψει πριν από τρεις ημέρες. Δεν περίμενε μια τόσο γρήγορη ανάπτυξη! Δεκάδες καταπράσινοι κεκλιμένοι βλαστοί είχαν καταφέρει να φτάσουν το ύψος των 6 εκατοστών χωρίς να τους έχει δώσει την παραμικρή προσοχή έως τώρα. Ξαφνικά εξέλαβε την στροφή τους προς τον ήλιο ως εκδήλωση της αποστροφής τους προς αυτήν. Συνοφρυώθηκε. Το ήξερε πως ήταν μάλλον παράλογο να νιώθει ταπεινωμένη από ένα μάτσο πόες κι όμως συνέβαινε. Δεν θα παραδινόταν σε μία τέτοια ανοησία! Σε μια προσπάθεια διατήρησης του αισθήματος ανωτερότητας της, έχωσε το δάχτυλό της στο βαμβάκι. Ήταν ακόμη υγρό. «Καλύτερα» σκέφτηκε, «δεν θα είχα τον χρόνο να τις ποτίσω τώρα». Πήρε τις εκτυπωμένες σελίδες και βγήκε από το σπίτι.
Σε λίγο θα ικέτευε για την έστω μερική αποδοχή της μεγαλοφυούς της ιδέας και οι φακές της πιθανότατα για νερό.



